Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Δε θα σε θυμάμαι


Δε θα σε θυμάμαι*


-Ποια είσαι;
- Δεν ξέρω.
- Πώς σε λένε;
- Με φωνάζουν με διάφορα ονόματα. Μπορείς να μου δώσεις ένα ακόμα.
- Θα σε λέω Νεφέλη από τα σύννεφα που είναι μαζεμένα πίσω σου στη δύση. Είναι κι αυτά μενεξελιά σαν τα μάτια σου. Από πού έρχεσαι;
- Νομίζω από μακριά. Αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρη. Έχει σημασία;
- Τουλάχιστον, ξέρεις πού πηγαίνεις;
- Κινούμαι μέσα απ’ τα όνειρα. Τα όνειρα με οδηγούν κάθε φορά.
- Να ένα στοιχείο για σένα. Φοράς ένα μενταγιόν με το ζώδιό σου: Ιχθύς. Πρέπει λοιπόν να γεννήθηκες Φεβρουάριο ή Μάρτιο.
- Μπορεί και να σημαίνει ότι έχω συγγένεια με τα ψάρια ή με τη θάλασσα. Μπορεί και να το πήρα από κάποιαν άλλη.
- Δεν έχεις πού να μείνεις, φαντάζομαι. Μπορώ να σε φιλοξενήσω μέχρι να αποφασίσεις πού θα πας.
- Αποφασίζω μέσα από τα όνειρα. Κάθε φορά ξυπνάω σε άλλο όνειρο. Δεν έχω παρελθόν. Δε σχεδιάζω το μέλλον. Αρκούμαι στις ώρες που κυλούν άσκοπα και δεν οδηγούν πουθενά.
- Τότε είσαι ένα αερικό χωρίς μνήμη, μια σκιά που ξέφυγε από κάποιον άνθρωπο.
- Μ’ έβγαλε εδώ το κύμα που γεννιέται απ’ το φύσημα του ανέμου, με ξύπνησαν οι μικροί κόκκοι που είναι ποτισμένοι με την αλμύρα της θάλασσας.
- Γιατί μιλάς ψιθυριστά;
- Τούτη την ώρα πρέπει να μιλάμε ψιθυριστά, γιατί είναι η ώρα που η φύση μεταμορφώνεται και οι γραμμές που θέτουν τα σύνορα των πραγμάτων είναι τόσο αδύναμες και ρευστές, που υποχωρούν μ’ ένα γρήγορα παίξιμο των ματιών ή έναν απαλό ψίθυρο. Ας κρατήσουμε την ανάσα μας από φόβο μη διασαλέψουμε την τάξη και την αρμονία που διαποτίζουν τον κόσμο.
- Παράξενα μιλάς. Ξέρεις το μύθο της Νεφέλης; Η Νεφέλη ήταν γυναίκα, ήταν θεά, ήταν σύννεφο. Μπορεί να είναι η βροχή που θα φέρουν εκείνα τα σύννεφα.
- Τότε μπορεί κι εγώ να γίνω αέρας, νερό ίσως αστέρι. Να χαθώ έτσι αναπάντεχα, όπως ήρθα.
- Δεν έχεις μνήμη; Δε λυπάσαι για τα αγαπημένα πρόσωπα που άφησες πίσω σου για να έρθεις εδώ;
- Επιλέγω να ξεχνάω. Είμαι πάντα μόνη.
- Είναι αλήθεια ότι η μνήμη δημιουργεί πόνο, υποχρεώσεις, σε δένει σ’ ένα μέρος με κάποιους ανθρώπους, σε κάνει να λυπάσαι, να θρηνείς…. Όμως, Νεφέλη, μπορείς να λέγεσαι άνθρωπος αν αρνείσαι τις αναμνήσεις;
- Η χαρά, η ευτυχία, η απόλαυση βρίσκονται σε κάθε στιγμή. Όταν γίνουν αναμνήσεις η στιγμή έχει χαθεί. Για πάντα.
- Κοίτα, ο ουρανός γεμίζει σύννεφα που βαραίνουν από πάνω μας. Το φεγγάρι κρύφτηκε. Η παραλία ερήμωσε. Σε λίγο θα βρέξει.
- Μπορούμε να προστατευτούμε σε κείνη τη σπηλιά. Μόνο εμείς, τα φύκια, η άμμος και το νερό.
- Μα σου ζήτησα να έρθεις σπίτι μου. Είναι εδώ κοντά. Πάμε.
- Κοίτα, το κύμα φουσκώνει. Σε λίγο θα μας αγγίξει. Ο άνεμος, η άμμος, η θάλασσα ενώνονται και φτιάχνουν μια σχεδία. Το νερό θα μας πάρει στον αφρό του και θα μας ταξιδέψει στα μέρη του ονείρου. Ύστερα θα μας αφήσει σε μια μακρινή ακτή. Με τα νυχτολούλουδα να ευωδιάζουν γύρω μας, τη θάλασσα να μας ψιθυρίζει όνειρα και τον άνεμο να μας μαθαίνει τραγούδια.
- Νεφέλη, κάνει ψύχρα. Το φόρεμά σου είναι τόσο λεπτό. Θα κρυώσεις.
- Έλα, μαζί μου, αν θέλεις. Κοίτα, η σχεδία είναι έτοιμη. Θα αφεθούμε να μας οδηγήσει σ’ ένα νέο όνειρο.
- Δε βλέπω καμιά σχεδία. Έχει σκοτεινιάσει. Να και οι πρώτες ψιχάλες. Στο σπίτι έχει ζέστη και φαγητό και άνεση.
- Θα έρθεις;
- Μα, δε βλέπεις τα κύματα; Δεν ακούς τον άνεμο; Δεν αγγίζεις το σκοτάδι;
- Έλα, είναι η τελευταία φορά που σε καλώ.
- Τουλάχιστον περίμενέ με. Θα πάω στο σπίτι να φέρω κάποια πράγματα.
- Κλείσε τα μάτια σου για λίγο. Και να θυμάσαι πως δε θα σε θυμάμαι.
- Τόσο απαλά τα χείλη σου! Τα μαλλιά σου μυρίζουν βιολέτες. Νεφέλη, πού είσαι; Πότε πρόλαβες και μπήκες στη σχεδία; Πότε στόλισες τα μαλλιά σου με όστρακα; Πότε ξανοίχτηκες στη θάλασσα; Τόσο γρήγορα! Ξέφυγες μέσα σε μια στιγμή. Αχ, δεν περίμενες, Νεφέλη!

*Διήγημα που διαβάστηκε στο 16ο εργαστήρι της ΑΛΕΦ